Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Συγκρούσεις οικονομικής αντίληψης - Του Θάνου Χριστοδούλου

23 Απριλίου 2010. Η κυβέρνηση Παπανδρέου,βάζει τη χώρα στο περιβόητο μνημόνιο, περίπου 2 χρόνια μετά την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, απόρροια της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης στην δυτική ακτή του Ατλαντικού. Μίας κρίσης που έφερε σε αδιέξοδο την ρευστότητα αρκετών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κυρίως λόγω και των επενδύσεων σε επισφαλή χρηματιστηριακά και ασφαλιστικά προϊόντα και άυλους τίτλους. Ένας τζόγος του σύγχρονου οικονομικού μοντέλου που στηρίχθηκε στον αέρα και ξεφούσκωσε με ευκολία στην πρώτη στραβοτιμονιά. Ας κάνουμε όμως μια μικρή αναδρομή, πίσω στο 2008, για να δούμε ανάμεσα από τις γραμμές των εκτιμήσεων και αναλύσεων εκείνης της περιόδου, πως φτάσαμε στο σήμερα αλλά και να επιχειρήσουμε μια προβολή στο μέλλον.

Αντιμέτωπος με την μεγαλύτερη κρίση της νεότερης ιστορίας των ΗΠΑ, βρέθηκε ο –τότε- προσφάτως εκλεγμένος πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα. Ανέλαβε το τιμόνι του Λευκού Οίκου, με έλλειμμα 1,3 τρις δολάρια, δύο ανοικτά πολεμικά μέτωπα, υψηλά ποσοστά ανεργίας, χιλιάδες αστέγους στις Αμερικανικές Μητροπόλεις. Σε μια πρώτη φάση η κυβέρνηση Ομπάμα , προχωρά τότε, σε μια ποσοτική χαλάρωση ύψους 787δις δολαρίων με στόχο τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος και της μικροοικονομίας της χώρας, στηρίζοντας τη βαριά βιομηχανία ρίχνοντας κρατικό χρήμα και διασώζοντας θέσεις εργασίας οι οποίες θα χανόντουσαν μεγεθύνοντας ακόμη περισσότερο την ήδη αυξημένη ανεργία.

Υιοθέτησε λοιπόν μια πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης, με τρία πακέτα μέσα σε μία 8ετία και διαχείριση του πληθωρισμού, με την FED να αυξομειώνει αναλόγως των αναγκών, την αγορά ομολόγων. Με αυτές τις κινήσεις, σε συνδυασμό με την σταδιακή απεμπλοκή της Ουάσινγκτον από τα δύο ανοιχτά στρατιωτικά μέτωπα, κατάφερε σύμφωνα με τα στοιχεία, να γυρίσει την Αμερικανική οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης, να μειώσει τα ποσοστά της ανεργίας από το 10%, κάτω από το 6% και φυσικά να διατηρήσει τη δυναμική του δολαρίου έναντι των υπολοίπων νομισμάτων.
Παράλληλα ζητούσε από την ευρωπαϊκή ακτή του Ατλαντικού, να πράξουν αναλόγως, για να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, το δικό της μερίδιο της κρίσης. Αποκορύφωμα στη σύνοδο των G8 στο Καμπ Ντέιβιντ το 2012, όπου Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες, ξεκίνησαν ένα κοινό μέτωπο εναντίον των μέτρων σκληρής λιτότητας που εφάρμοζε ή επέβαλε η Γερμανία, στις χώρες της ΕΕ.

Από κείνη την περίοδο ήταν εμφανής η σύγκρουση ανάμεσα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ακολουθούσε το Βερολίνο (και ενώ στο εσωτερικό της Γερμανίας και των δορυφόρων της χαϊδεύουν τρυφερά τις παρυφές κρατικοδίαιτου καπιταλισμού, στο εξωτερικό ενισχύουν το απόλυτο ξεπούλημα κάθε δημόσιας περιουσίας) και την Φιλελεύθερη πολιτική που επιθυμούσε η Ουάσινγκτον και φλέρταρε ο αποκαλούμενος σοσιαλιστής Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος έβλεπε την ύφεση να χτυπάει την πόρτα της Γαλλίας. Για κάποιους η σύγκρουση αυτή, με την απόλυτα αρνητική στάση της Γερμανίας, για οποιαδήποτε απόκλιση, αποτέλεσε την απαρχή, μιας οικονομικής πολεμικής ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Με την πάροδο του χρόνου η επιβεβαίωση της θέσης που ήθελε και την Γερμανία,να νιώθει την ζεστή ανάσα της ύφεσης, ήταν αναμενόμενη. Πολλοί αναλυτές, ήδη από το 2010, αλλά και πριν-όταν έκαναν την εμφάνισή τους στο λεξιλόγιο μας τα περίφημα  P.I.G.S.- καταλόγιζαν στη Γερμανία δυσκαμψία στις αποφάσεις της, οδηγώντας με μαθηματικό τρόπο την Ευρωπαϊκή οικονομία στην ύφεση, με αποκορύφωμα το χαρακτηριστικό εξώφυλλο τουEconomist, τον Ιούνιο το 2012, με το «τάνκερ» της παγκόσμιας οικονομίας να βουλιάζει και το πλήρωμα να ζητά από την Καγκελάριο Μέρκελ, να βάλει μπροστά τις μηχανές, έστω και την ύστατη στιγμή.

Ωστόσο το γερμανικό πλάνο, δεν προέβλεπε καμία αλλαγή πορείας, όπως ήταν η εκτίμηση αρκετών και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια και στην πράξη. Παρά τις φωνές, μέχρι και από το ΔΝΤ, για την ύπαρξη λαθών τόσο στο πρόγραμμα, ειδικά για την Ελλάδα, όσο και σε άλλες εκτιμήσεις για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η πολιτική του Βερολίνου, παρέμενε άκαμπτη, μέχρι και τη στιγμή που ο μηδενικός ρυθμός ανάπτυξης χτύπησε την πόρτα και της Γερμανίας το πρώτο εξάμηνο του 2014.

Τα λάθη ευτυχώς εντοπίζονται,αλλά δυστυχώς δεν αναγνωρίζονται. Δυστυχώς... καθώς είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, στην πάροδο των δεκαετιών, ότι η εκάστοτε κυβέρνηση του Βερολίνου, δεν έχει την τάση να παραδέχεται τα λάθη της. Είναι αυτή, η πάντοτε «καλογρασαρισμένη» γερμανική μηχανή, που δεν επιτρέπεται να κάνει λάθη –γι αυτο και σπανίως τα αναγνωρίζει- και που κατάφερε να οδηγήσει τον πλανήτη σε δύο παγκόσμιους πολέμους, με οδυνηρά αποτελέσματα, τόσο για την ίδια τη Γερμανία, όσο και για τις υπόλοιπες χώρες που ενεπλάκησαν.

Έτσι λοιπόν και σήμερα, το Βερολίνο, δεν επιτρέπει στον εαυτό του να αναγνωρίσει τη λανθασμένη πορεία που έχει κατευθύνει την Ευρωζώνη. Παραμένει ανοιχτό το εάν επιτρέπει την απόκλιση, μέσω εξωτερικών πιέσεων, ώστε να αποδεχθεί εν μέρη τη στροφή της κατεύθυνσης, προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα. Είχε τη δυνατότητα, να ακούσει τον κώδωνα κινδύνου που έκρουαν, χρόνια τώρα οι αναλυτές, νομπελίστες οικονομολόγοι, αλλά και ηγεσίες άλλων χωρών(όπως η Ουάσινγκτον), προχωρώντας σε ποσοτική χαλάρωση την περίοδο που η ισοτιμία του ευρώ με το δολάριο, ήταν σε υψηλά επίπεδα πάνω από το 1,42. Ωστόσο έκανε κράτει στις μηχανές, έως το μη παρέκει, με αποτέλεσμα την πτώση του ενιαίου νομίσματος, χωρίς να επωφεληθεί το διογκωμένο ευρωπαϊκό χρέος τις όποιες ευεργετικές συνέπειες που θα είχε μια αγορά κρατικών ομολόγων από την Φρανκφούρτη, την κατάλληλη στιγμή.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μέσα από μεγάλη πίεση της πραγματικής οικονομίας, το Βερολίνο έδωσε το πράσινο φως στην ΕΚΤ, να προχωρήσει στην ποσοτική χαλάρωση, ύψους 1,14 τρις ευρώ στα τέλη του 2014. Μια ποσοτική χαλάρωση, η οποία ουσιαστικά είχε προαναγγελθεί, δίνοντας την δυνατότητα στην Ελβετική Κεντρική Τράπεζα να ξεκλειδώσει την ισοτιμία της με το ευρώ και να επιχειρήσει να ξεφορτωθεί ευρωπαϊκά νομίσματα, που συγκέντρωνε στα θησαυροφυλάκια της, λόγω της συσσώρευσης κεφαλαίων από όλη την Ευρώπη. Μέσες άκρες, δηλαδή, χάθηκε η ευκαιρία του -αναζωογονητικού για την ευρωζώνη- αιφνιδιασμού των αγορών, που πρόσκαιρα θα οδηγούσε ενδεχομένως σε αύξηση του αποπληθωρισμού, ωστόσο θα έδινε στα σίγουρα νέα πνοή στην ανάπτυξη, ειδικά των χωρών του Ευρωπαϊκού νότου, με δυνατότητα σταδιακής, αλλά ταχύτερης εξισορρόπησης.

Το Βερολίνο, απέτυχε. Απέτυχε να αφουγκραστεί τις ανάγκες που προέκυπταν από τα προβλήματα, τόσο της παγκόσμιας οικονομίας, όσο και των οικονομιών της Ευρωζώνης. Απέτυχε να εναρμονιστεί με το παγκόσμιο κλίμα αλλά και να εναρμονίσει το σχέδιο της για την ευρωπαϊκή οικονομία με τις διεθνείς αλλαγές. Περιχαρακώθηκε στους ρυθμούς ανάπτυξης της ίδιας της Γερμανίας, θεωρώντας ότι ως ατμομηχανή, μπορεί μαζί με τα κράτη δορυφόρους της, να σύρει από μόνη της–και ενδεχομένως να ελέγξει- τις υπόλοιπες χώρες, ως βαγόνια, αγνοώντας(ίσως και εσκεμμένα) να δώσει την δυνατότητα εξέλιξης των υπολοίπων κρατών σε μικρότερες ατμομηχανές, που θα έδιναν άλλη ώθηση στην Ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία.

Το τελευταίο καμπανάκι, προς τη Γερμανία, ήρθε πριν από περίπου ένα εξάμηνο. Όταν ακόμα και η Bundesbank προέτρεψε, για ακόμη μία φορά, τη Γερμανική κυβέρνηση, να προχωρήσει σε αύξηση των μισθών στο εσωτερικό της, προκειμένου η Γερμανική οικονομία να ξαναμπεί σε ρυθμούς ανάπτυξης. Το ίδιο πίεζαν και πιέζουν μέχρι και σήμερα και τα συνδικάτα, επικαλούμενα την ίδια άποψη που έχουν εκφράσει και αξιωματούχοι της ευρωζώνης, με στόχο την παραμονή της οικονομίας της χώρας σε θετικό πρόσημο. Ήταν πλέον και είναι ξεκάθαρο και κατανοητό, μέσω και αυτών των μηνυμάτων, αλλά και των αποτελεσμάτων στις χώρες όπου εφαρμόστηκε, ότι η πολιτική της σκληρής λιτότητας, δεν οδηγεί στα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ωστόσο το «καράβι» με καπετάνιο τη Μέρκελ και ύπαρχο τον Σόιμπλε, φαίνεται πως έχει βρει στα αβαθή και δυσκολεύεται να ξεφύγει, όχι μόνο να αλλάξει τη λανθασμένη πορεία. Οποιαδήποτε συμμετοχή των κυβερνητών στην προσπάθεια αποκόλλησης, θα σήμαινε και άμεσα παραδοχή, της λανθασμένης πορείας τουλάχιστον από το 2010, μέχρι σήμερα. Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία και το τελευταίο διάστημα και η Ιταλία, έχουν επιχειρήσει να ρυμουλκήσουν το πλοίο προς άλλη κατεύθυνση, αλλά μάταια. Η μικρή μας χώρα σε αυτή την προσπάθεια αποκόλλησης, δεν είναι καν ένα μικρό ρυμουλκό, ωστόσο διαφαίνεται πως καλείται να παίξει το ρόλο του μπαλονιού που θα σηκώσει το πλοίο από τα αβαθή, για να μπορέσουν τα υπόλοιπα σκάφη, να του αλλάξουν πορεία.

Κι όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, αυτόν τον ρόλο καλείται να παίξει η Ελλάδα. Αφού απέτυχε ο πειραματισμός της σκληρής λιτότητας, αφού έφερε λουκέτα, ανεργία, ύφεση, συρρίκνωση του ΑΕΠ και μεγέθυνση του χρέους σε ποσοστό επί του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, η χώρα μπαίνει πάλι στη διαδικασία ενός νέου πειράματος. Αυτή τη φορά, περισσότερο ως μικρή συνισταμένη δύναμη στην ευρωζώνη, παρά στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας. Αυτό μπορεί κανείς να το αναγνώσει, μέσα από τις γραμμές των δηλώσεων των ηγετών της Ρώμης, του Παρισιού και της Ουάσινγκτον, καθώς και από τις αντιπολιτευτικές δυνάμεις, σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία. Όλοι θέλουν να δοκιμάσουν τις αντοχές της Γερμανίας, σε μια lose-lose situation, που θα έλεγε κανείς, παραφράζοντας το αγαπημένο win-win, των επιχειρηματικών αναλυτών.

Η Γερμανία, είναι αναγκασμένη να χάσει και στις δύο περιπτώσεις, καθώς δύο είναι οι επιλογές που βρίσκονται μπροστά της, εκτός κι αν η νέα ελληνική κυβέρνηση προχωρήσει στην πολυπόθητη, για την αξιωματική αντιπολίτευση, κωλοτούμπα. Είτε να υποχωρήσει σε μέρος (μεγάλο ή μικρό δεν έχει σημασία καθώς το τελικό αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο) των αξιώσεων-προτάσεων της Ελλάδας, είτε να έρθει σε σύγκρουση, κρατώντας μέχρι τέλους σθεναρή στάση, φτάνοντας στο σημείο, να διακινδυνεύσει την ύπαρξη του ίδιου του ενιαίου νομίσματος.

Ξεκινώντας αντίστροφα με την πιθανότητα να επιλέξει μια σύγκρουση μέχρις εσχάτων που μπορεί και να οδηγήσει σε «έξοδο» της Ελλάδας από την ευρωζώνη, το κόστος (πέρα από το τίμημα που θα πληρώσουν οι Έλληνες) θα είναι ανυπολόγιστο, όσο κι αν έχουν υπάρξει διαρροές τα προηγούμενα χρόνια για ετοιμότητα της Ευρωζώνης σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Κανένα κράτος της ευρωζώνης –πέραν του γεγονότος ο,τι δεν προβλέπεται απο καμία συνθήκη- δεν επιθυμεί επί της ουσίας και δεν είναι διατεθειμένο, να χάσει το σύνολο των οφειλών της Ελλάδας προς τα ταμεία του, που ενδεχομένως να προέκυπτε μετά από μια τέτοια έξοδο. Επιπλέον κανένα κράτος, πλην της Γερμανίας (κι ακόμα και η Γερμανία,όχι μετά βεβαιότητας), δεν θα μπορούσε να υπολογίσει ή να ανταποκριθεί αναίμακτα τις αναταράξεις που θα προκαλούσε ένα τέτοιο πιστωτικό γεγονός. Πολλοί αναλυτές μάλιστα, έχουν σημειώσει ότι με την έξοδο οποιαδήποτε χώρας από την ευρωζώνη, διακινδυνεύεται η ύπαρξή της ζώνης του ευρώ. Ρίσκο που ούτε η Γερμανία, διευκολύνεται να πάρει, είτε για την ίδια , είτε για τις χώρες δορυφόρους της.

Στην δεύτερη περίπτωση, το ενδεχόμενο ντόμινο είναι ορατό, χωρίς αρνητικές συνέπειες για την οικονομία της Γερμανίας ή της ευρωζώνης, αλλά οδυνηρό για την πολιτική υπόσταση, τόσο στο εσωτερικό της όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα είναι ήττα της πολιτικής της σκληρής λιτότητας και των επιλογών του Βερολίνου αλλά και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Αυτό το μικροκομματικό κόστος είναι που φοβάται η πολιτική elite της ευρωζώνης και αντιστέκεται σθεναρά ακόμη και σε μικρές αλλαγές. Μικρές αλλαγές, που φαίνονται επιθυμητές, αλλά μπορεί να οδηγήσουν στη συρρίκνωση των συγγενικών κομμάτων του ΕΛΚ, αρχικά στον ευρωπαϊκό νότο και σε βάθος χρόνου και στις υπόλοιπες χώρες. Αυτός είναι ουσιαστικά και ο λόγος που το Βερολίνο,δεν θέλει και δεν μπορεί να κάνει πίσω, καθώς έστω και μία μάχη να χασεί σε αυτόν τον "πόλεμο" , αλλάζει τα δεδομένα άρδην.



Υ.Γ. Το κείμενο συντάχθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2015 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...